Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Επί της ουσίας


Ο Μίκης Θεοδωράκης με την
κόρη του Μαργαρίτα. Φωτογραφία
που δημοσιεύτηκε μαζί με τη συνέντευξη
στην εφημερίδα «Εμπρός» στα 1961
«Δυστυχώς όμως ορισμένοι κρατικοί, ημικρατικοί, παρακρατικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι, βάζουν τις υποκειμενικές προτιμήσεις και ελπίδες τους πάνω από την αντικειμενική πραγματικότητα. Βεβαίως είμαι ένας απλός συνθέτης «βεβαρημένος» και «άοπλος» μπροστά στους τρομερούς οργανισμούς και μηχανισμούς. Και όμως είμαι εγώ που δεν χάνω την ψυχραιμία μου, είμαι εγώ που διασκεδάζω με τον πανικό που τους έχει πιάσει κι ακόμη περισσότερο τους κατανοώ. Τους κατανοώ και πιθανώς να τα μάζευα και να ξαναγύριζα στο Παρίσι για πάντα εάν οι τελευταίοι μήνες δεν με είχαν πείσει ότι η θέση μου είναι εδώ, όπου πραγματοποιώ μια αποστολή, που ξεπερνά την καριέρα του συνθέτη.

Πιστεύεις δηλαδή πως υπάρχει μια οργανωμένη «εκστρατεία» εναντίον σου ή μάλλον εναντίον του έργου σου;


Αν όχι οργανωμένη, πάντως εκστρατεία ναι! Γίνεται μια συστηματική προσπάθεια από πολλές πλευρές να μειωθεί η μεγάλη απήχηση που είχε στον κόσμο το έργο μου. Μου λένε πως τα τραγούδια μου είναι «γυμνά», δηλαδή γραμμένα μόνον για μπουζούκι και για αυτό δεν μπορεί να αρέσουν στον πολύ κόσμο. Τους απαντώ: «Θέλω τα λαϊκά τραγούδια να βγαίνουν απέριττα όπως είναι. Τα λαϊκά τραγούδια είναι σαν τις βυζαντινές εικόνες. Δεν χρειάζονται φτιασίματα. Είναι σαν τη γυναίκα. Η πραγματικά όμορφη γυναίκα φαίνεται γυμνή, όχι ντυμένη και φτιασιδωμένη. Πιστεύω ότι ο κόσμος θέλει να του λέμε την αλήθεια. Δεν θέλει φλυαρίες. Και αυτό προσπαθώ να πετύχω με τα τραγούδια μου. Να πω την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, όσο κι αν καίει.  Μόνον έτσι θα έχω την συνείδησή μου ήσυχη ότι προσφέρω μια υπηρεσία στον τόπο και τον λαό μας. Φαίνεται όμως ότι ενώ αυτή την υπηρεσία ο λαός τη δέχεται και την εκτιμά, υπάρχουν άλλοι που προσπαθούν με κάθε τρόπο να τη μειώσουν.

Αλήθεια, γιατί όλα τα τραγούδια σου είναι τόσο τραγικά. Γιατί δεν γράφεις και εσύ κάτι εύθυμο;

Γράφω την αλήθεια. Η προσωπική μου εμπειρία, καθώς και όλης της γενιάς μου, έχει την σφραγίδα του τραγικού. Οι καλύτεροί μας φίλοι σκοτώθηκαν, τα όνειρά μας τσαλακώθηκαν. Μόλις και μετά βίας τώρα παίρνουμε μια πρώτη ανάσα ύστερα από 20 χρόνων αγωνίες, θυσίες και άγχος. Όμως πρέπει να προσθέσω ότι η ελπίδα ποτέ δεν μας έλειπε και θέλω να πιστεύω ότι και μέσα στα πιο δραματικά από τα τραγούδια μου υπάρχει στο βάθος αυτή η ελπίδα για τον άνθρωπο...». 


Αυτά εξομολογήθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης στην εφημερίδα «Εμπρός», σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 13 Μαΐου του 1961. «Πιστεύω ότι προσφέρω μια υπηρεσία προς το λαό που θέλουν να τη μειώσουν», ήταν ο τίτλος της δημοσίευσης. Είναι ενδεικτικός του περιεχομένου της συνέντευξης, που δημοσιεύτηκε ένα, περίπου, χρόνο μετά την επιστροφή του Μίκη από το Παρίσι, όπου βρέθηκε το 1954 για να ολοκληρώσει τις μουσικές του σπουδές.  Είναι η εποχή που οι αφοί Λαμπρόπουλοι, ιδιοκτήτες τότε της Columbia, θέλησαν να τον επιβάλλουν σε μια μουσική πραγματικότητα όπου το ενδιαφέρον (στο υποτιθέμενο «έντεχνο», όπως δηλώνεται σήμερα βέβαια, τραγούδι) μονοπωλούσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 άλλωστε, ο Χατζιδάκις έκανε επιτυχία με τραγούδια «για τον κινηματογράφο». Το «Γαρύφαλλο στο αυτί» (1956) που πρωτακούστηκε στην ταινία «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο» και έπειτα κυκλοφόρησε με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων (ρεκόρ που κατέρριψε ο Στέλιος Καζαντζίδης με τη «Μαντουμπάλα» στα 1959). Αργότερα, όταν ο Χατζιδάκις ανήκει στη Fidelity του Πατσιφά, τα τραγούδια που δισκογραφεί με τη φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, σαρώνουν.  Η αδυναμία της Columbia να εντάξει, την περίοδο εκείνη, στο έμψυχο δυναμικό της τον Μάνο Χατζιδάκι, γέννησε την ανάγκη καθιέρωσης του Θεοδωράκη, ως αντίπαλου δέους.

Ας επιστρέψουμε όμως, στο απόσπασμα της συνέντευξης του Θεοδωράκη, που παραθέσαμε αρχικά. Όπως διαβάζουμε, λοιπόν, ο Θεοδωράκης διαπιστώνει έναν «συντεταγμένο» πόλεμο εναντίον του,  μια «συστηματική προσπάθεια από πολλές πλευρές να μειωθεί η μεγάλη απήχηση που είχε στον κόσμο το έργο του». «Γιατί δεν γράφεις και εσύ κάτι εύθυμο;», ρωτά ο δημοσιογράφος και εκείνος υπεραμύνεται του δραματικού χαρακτήρα του έργου του. Παράλληλα παρουσιάζεται τόσο δυνατός, απέναντι σε όλα όσα συμβαίνουν σε βάρος του, ώστε «δεν χάνει την ψυχραιμία του» και «διασκεδάζει με τον πανικό που τους έχει πιάσει (όλους εκείνους που τον πολεμούν) κι ακόμη περισσότερο τους κατανοεί ».


Ο Στέλιος Καζαντζίδης ποζάρει στο φακό
του Γιάννη Βελισσαρίδη, του τελευταίου,
ίσως, φωτογράφου του.
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Για να δούμε... «Δεν είναι ντροπή, να ορθώνουν αυτοί ανάστημα σε μένα και να λένε να σβήσει το λαϊκό τραγούδι;» και συνεχίζει «…Συμμορίες έχουν γίνει φίλε Νάσο! Συμμορίες. Σπείρες. Πώς θα με βγάλουν απ’ τη μέση. Να με ρίξουνε κάτω εμένα, να με ξυλεύσουνε με τα τσεκούρια. Ξέρεις... Αλλά τη χάρη δεν θα τους την κάνω. Αυτό το θεριό που το λένε Καζαντζίδη, δύσκολα θα το ξαπλώσουνε κάτω!», δήλωσε ο Καζαντζίδης στον Νάσο Αθανασίου στα 1996. Ένα χρόνο αργότερα, θα αναφέρει στον Αργύρη Ντινόπουλο: «Υπάρχουνε σχέδια εδώ και πολλά χρόνια, να τελειώνουμε με τον Καζαντζίδη, να τελειώνουμε με το λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι δυστυχώς ενοχλεί…». Πέραν αυτών  και η απολογία του Μίκη Θεοδωράκη, για το «λυπητερό» ύφος του έργου του, παραπέμπει συνειρμικά, στην ανομολόγητη εμμονή των «ειδικών» να κατακρίνουν, σήμερα και πάντα, τον πεσιμιστικό – για εκείνους - χαρακτήρα των λαϊκών τραγουδιών, που ο Καζαντζίδης και όλοι οι υπόλοιποι της γενιάς του, τραγούδησαν.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι δύο. Πρώτον: Αν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο επιλεκτικά αντισυμβατικός, ο πολιτευόμενος κατά καιρούς, με την πορεία αυτή που σήμερα αξιολογούμε ως σπουδαία (πέραν της αξίας του συνθέτη, στην πορεία αυτή σχεδόν ποτέ δεν παρέκλινε των επιταγών της μόδας και των αναγκών της παραγωγής), αν ο Μίκης, λοιπόν, είχε δεχθεί, τέτοιας έντασης, πόλεμο (και μάλιστα σε μια περίοδο που προσπάθησαν να τον επιβάλλουν), τί μπορεί κανείς να συμπεράνει για τον Καζαντζίδη; Τον Καζαντζίδη, που αντέδρασε στη συλλογιστική των δισκογραφικών, που δε συμβιβάστηκε με κανένα καθεστώς, που πάντα είχε ιδεολογική ταυτότητα (μα ποτέ δεν υπήρξε κομματικός τραγουδιστής),  που δεν υπέκυψε σε πιέσεις και επαχθείς, κατά την κρίση του, όρους συμβολαίων, που αντέδρασε στον κόσμο της νύχτας; Και δεύτερον: Αν και ο Μίκης Θεοδωράκης (όπως και ο Καζαντζίδης), υποστηρίζει το ύφους του έργου του, που για τον κόσμο είναι «λυπητερό», μα για τον ίδιο - που οπως λέει «γράφει την αλήθεια», αναγκαίο, γιατί συνεχίζουν ορισμένοι να ασχολούνται μόνο και μόνιμα, με το «κλάμα» του Καζαντζίδη;

Δυστυχώς, οι άνθρωποι δε μπαίνουν στην ουσία των προτάσεων και των έργων. Πόσοι, άραγε, με αφορμή αυτή τη συνέντευξη που δημοσιεύουμε, θα τολμούσαν να κατηγορήσουν τον Μίκη Θεοδωράκη για «μανία καταδίωξης», «μυθομανία», «θεματικές εμμονές» και «απαισιοδοξία»;


Δεν υπάρχουν σχόλια: