Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Συνέντευξη Στέλιου Καζαντζίδη στον Ιωάννη Δελόγλου (1977)



Πρόκειται για μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 7 Δεκεμβρίου του 1977. Έκτοτε αναδημοσιεύτηκε κάποιες φορές, σε άλλα  έντυπα (για παράδειγμα το 2001 στην εφημερίδα «Σερραϊκόν Θάρρος»). Στις αναδημοσιεύσεις αυτές, διαπιστώνονται παρεμβάσεις επί του πρωτότυπου, που δεν αλλοιώνουν, όμως, στο ελάχιστο το περιεχόμενο (από την άλλη, συμβαίνει συχνά, συνεντεύξεις ολόκληρες «χτίζονται» πάνω σε αποσπασματικές ηχογραφήσεις ή ημιτελείς σημειώσεις).  Επιλέξαμε να δημοσιεύσουμε το πρωτότυπο, για λόγους ιστορικής ακρίβειας, ακόμα και αν οι αναδημοσιεύσεις είναι πληρέστερες ως προς την απόδοση των νοημάτων. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στην ψαροταβέρνα «EL GRECO» στο Kornwestheim, 10 χιλιόμετρα μακριά απ’ τη Στουτγάρδη. Ευχαριστούμε τον κύριο Ιωάννη Δελόγλου που ανταποκρίθηκε, άμεσα, στο κάλεσμά μας, και μας απέστειλε την συνέντευξη και τις αναδημοσιεύσεις που κατά καιρούς γίνανε. 


Καζαντζίδης: Θέλω να τραγουδήσω για σας


Αποκλειστική συνέντευξη στον Ιωάννη Π.  Δελόγλου.


Καθισμένο σε μια γωνιά ενός ελληνικού εστιατορίου της Στουτγάρδης, συντροφιά με την σύζυγο του και την οικογένειά του επιχειρηματία κ. Ανδρέα Εσπερίδη «ανακαλύψαμε» το μεγάλο Έλληνα Τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη, απλό όπως πάντα, να συζητά για τη ζωή του. Αφού έμαθε τον σκοπό της επισκέψεως μας, μας υποδέχτηκε στη συντροφιά του με το μόνιμο, ιδιότυπο χαμόγελό του. Μας έσφιξε το χέρι σαν να είμασταν φίλοι από αρκετά χρόνια πριν. Ο πολυσύνθετος καλλιτέχνης μας άνοιξε την καρδιά του και μας μίλησε για την πολυετή του θητεία στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Τα χρήματα και η δόξα δεν είχαν αρκετή επιρροή επάνω του ώστε να αλλοιώσουν, έστω και ελάχιστα, την προσωπικότητά του. Είναι ίσως ο μόνος Έλληνας τραγουδιστής που δημιούργησε μια αξιοζήλευτη καριέρα χωρίς να υποκύψει στους αυστηρούς κανόνες που απαιτεί αυτή η δουλειά. Κι όμως όταν τον δει κανείς για πρώτη φορά νομίζει πως είναι σκληρός και λιγομίλητος. Αντίθετα μιλά ώρες ολόκληρες με τρόπο που σκλαβώνει τον συνομιλητή του και τον κάνει κυριολεκτικά να κρέμεται κάτω από το στόμα του. Η ζωή του και η συμπεριφορά του όπως είναι αναπόφευκτο, δημιουργούν πολλές απορίες και καμιά φορά την αντιπάθεια σε ωρισμένους συναδέλφους του. Γιατί ο Στέλιος Καζαντζίδης εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες και δε συμμορφώνεται προς τη συμβατική συμπεριφορά των συναδέλφων του. Ενώ οι άλλοι καλλιτέχναι κάνουν ότι μπορούν για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου, για να μην ξεχαστούν, ο Καζαντζίδης εξαφανίζεται κατά καιρούς και για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να γνωρίζει κανείς που βρίσκεται.

ΑΠΟ ΓΟΝΕΙΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ:

Αυτή τη στιγμή όμως εμείς πληροφορούμε τους πολυπληθείς αναγνώστες μας με λεπτομέρειες για την ζωή και τα μελλοντικά σχέδια του αυτοκράτορα του λαϊκού, που έρχονται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας: 

Ακρόπολις: Κύριε Καζαντζίδη που γεννηθήκατε και που περάσατε τα χρόνια της ζωής σας;

Καζαντζίδης: Γεννήθηκα στη Νέα Ιωνία από πρόσφυγες γονείς που ήλθαν από τον Πόντο πριν 46 χρόνια. Τα πρώτα μου χρόνια τα πέρασα στην Αθήνα αλλά κατά τα χρόνια της κατοχής επειδή η ζωή στις πόλεις ήταν δύσκολη πήγα με τους γονείς μου σε συγγενείς μας στα χωριά Μανδράκη Σερρών και Μουριές Κιλκίς,  που είναι και τα δυο πολύ κοντά. 

Α: Στα τραγούδια σας αναφέρεστε πολλές φορές στη μετανάστευση, στην ξενιτιά και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ξενιτεμένοι Έλληνες. Εσείς πως βλέπετε την ξενιτιά έξω από το τραγούδι;

Ιωάννης Δελόγλου - Στέλιος Καζαντζίδης
Κ: Η ξενιτιά είναι πάντα πικρή. Κακά τα ψέματα. Οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό είναι κυριολεκτικά έξω από το κλίμα τους. Η πατρίδα οπωσδήποτε είναι φτωχιά για αυτό ο κοσμάκης κοιτάει με την ξενιτιά να καλύψει τη φτώχεια του. Όμως στο τέλος ότι κερδίζει πάλι στην πατρίδα κατασταλάζει στέλνοντας όλα του κέρδη. Γιατί η πατρίδα είναι πατρίδα και δεν ξεχνιέται, όσα καλά κι αν αποκτήσει κανείς στο εξωτερικό.  Στην Γερμανία αγωνίζονται όλοι σκληρά, όπως και στην Αμερική, όπου οι Έλληνες είναι αποθεματικοί, αποταμιεύουν χρήματα για να αγοράσουν κάτι στην πατρίδα. Αυτά τα βάσανα, τις δυσκολίες, την αγωνία και τις πίκρες που περνούν οι συμπατριώτες μας , τραγούδησα κατά καιρούς εκφράζοντας έτσι την αγάπη μου στους ξενιτεμένους Έλληνες.

Α: Τον τελευταίο καιρό ταξιδεύατε στην Αμερική. Πως βλέπετε τον εκεί απόδημο Ελληνισμό; Πιο οργανωμένο, πιο δεμένο ή ζουν κι αυτοί με ο άγχος του επαναπατρισμού;

Κ. Μόλις χθες ήλθα από την Αμερική να δω κάτι γνωστούς μου και σε δυο μέρες φεύγω για την Ελλάδα. Η ξενιτιά παντού είναι η ίδια. Η Αμερική, κακά τα ψέματα είναι Αμερική, όπως και να το κάνουμε, υπάρχει περισσότερο χρήμα, πιο άνετη δουλειά. Εκτός αυτού υπάρχουν πολλοί Έλληνες που ζουν στο νέο κόσμο, πολλές γενεές… Υπάρχουν ακόμη Ελληνόπουλα που δεν ξέρουν καλά τη μητρική τους γλώσσα και μερικά από αυτά δεν την ξέρουν καθόλου. Αυτό εδώ στη Γερμανία δεν το συνάντησα. 

ΤΟΥΡΝΕ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ:

Α: Το 1966 κάνατε μια μεγάλη τουρνέ στη Γερμανία από την οποία όλοι οι Έλληνες που σας άκουσαν έμειναν ενθουσιασμένοι και περιμένουν ακόμη μια δεύτερή σας εμφάνιση εδώ. Τι σχέδια έχετε; Θα ξαναέλθετε στο εγγύς μέλλον;

Κ: Όλα είναι πιθανά τίποτα δεν αποκλείεται, όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια γιατί ο τότε επιχειρηματίας που μας έφερε, ο κ. Σιμηριώτης,  βρίσκεται από καιρό στην Ελλάδα και εγκατέλειψε τη δουλειά. 

Α: Μήπως με άλλους επιχειρηματίες θα τολμούσατε μια έξοδο στην Ευρώπη;

Κ: Μ’ αυτή τη δουλειά ασχολείται ο κος Σπαντιδάκης, με τον οποίο παλαιότερα δεν συμφωνήσαμε αλλά αν υπάρχουν ευνοϊκοί όροι θα ήταν ευχάριστη μια τουρνέ στη Γερμανία και σε άλλα Ευρωπαϊκά Κράτη όπου εργάζονται Έλληνες.

Α: Από ότι γνωρίζουμε έχετε πολλά χρόνια απουσίας από το πάλκο. Που οφείλεται αυτή σας η αποχή;

Κ: Το παλκοσένικο το απεχθάνομαι, το σιχαίνομαι γιατί η δουλειά μας έχει χαλάσει. Έφυγε εκείνος ο σεβασμός του καλλιτέχνη προς τον πελάτη. Σήμερα πρέπει να αλλάξει κανείς τα πράγματα τελείως και είναι κάτι που δεν μ’ αρέσει διότι δεν είναι στο κλίμα μου. Γι’ αυτό από τότε που τελείωσε η τουρνέ μου στην Γερμανία επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν ξαναεμφανίστηκα στο κοινό γιατί το σέβομαι και το αγαπώ. 

Α: Το κοινό ήταν τότε πιο ευγενικό προς τον καλλιτέχνη;

Κ: Νομίζω ναι. Ο κόσμος τότε ερχόταν γιατί θαύμαζε τον τραγουδιστή και τον θεωρούσε σαν άνθρωπο δικό του, αλλά σήμερα ο κόσμος διασκεδάζει πολύ διαφορετικά και έχει μεγάλες απαιτήσεις από τους καλλιτέχνες. Συγκεκριμένα είδα ένα περιστατικό με τον φίλο μου τον Στράτο Διονυσίου που τον λυπήθηκα και του είπα να εγκαταλείψει το πάλκο το γρηγορότερο. Ήταν ημέρα των εγκαινίων στα Δειλινά της Αθήνας. Ο Διονυσίου αγόρασε μοντέρνα κοστούμια από την Αγγλία για την πρεμιέρα του κέντρου. Φορώντας ένα από αυτά κι ενώ τραγουδούσε, κάποια κυρία ενθουσιασμένη άρπαξε μια πιατέλα γεμάτη φρούτα και του την έφερε στο κεφάλι σε ένδειξη αγάπης. Πρώτα ο κόσμος μας άκουγε με θρησκευτική ευλάβεια και όταν τελειώναμε μας φώναζαν στα τραπέζια τους και συζητούσαμε. 

ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΟΝΟ ΔΙΣΚΟΥΣ:

Α: Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στον καλλιτεχνικό τομέα;

Κ: Στο μέλλον θα βγάζω μόνο δίσκους κι αυτό θα διαρκέσει όσο ζω γιατί είμαι δεμένος με το τραγούδι. Επαγγελματικά σχέδια δεν έχω. Κάποτε δημιούργησα ένα σύγχρονο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων αλλά δυστυχώς απέτυχα γιατί το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Δεν θέλω να ασχοληθώ με κέντρα γιατί αποφεύγω όλες τις δουλειές που έχουν σχέση με τη νύχτα. 

Α: Θα μείνετε πολύ καιρό στην Ελλάδα και γιατί πάτε;

Κ: Στην Ελλάδα έχω ότι πιο πολύτιμο υπάρχει στη ζωή. Τη μητέρα μου. Και αυτή πάω να δω. Εν συνεχεία αν συμφωνήσω με την εταιρία δίσκων, που ανήκω θα κυκλοφορήσω έναν καινούργιο δίσκο. Στην Ελλάδα δεν θα μείνω πολύ καιρό, γιατί έγινα κατά 80% Αμερικάνος υπήκοος αποκτώντας την πράσινη κάρτα και εκεί θα περάσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου… γιατί μου άρεσε πολύ η ζωή εκεί. Ο Ελληνισμός της Αμερικής δεν έχει φθαρεί. Απεναντίας δε, είναι πολύ εγκάρδιος. 

Α:Από τη μακροχρόνια καριέρα σας στο Ελληνικό Τραγούδι ποιες είναι οι καλύτερες αναμνήσεις; 

Κ: Αναμνήσεις καλές δυστυχώς δεν υπάρχουν, μόνο πίκρες έχει αυτή η δουλειά γι αυτό την εγκατέλειψα πρόωρα. Αυτό που έβλεπα τότε ήταν ο σεβασμός που μου είχε ο κόσμος, ο οποίος δεν υπάρχει σήμερα. Λυπάμαι τους σημερινούς καλλιτέχνες οι οποίοι κάνουν μεγάλο αγώνα. Μπορεί η δουλειά να είναι διαφορετική γιατί τότε βγαίναμε στις 10 το βράδυ και τελειώναμε στις 4 το πρωί τραγουδώντας συνέχεια. Όμως ήταν πιο ευχάριστα γιατί ξέραμε ότι το κοινό που μας άκουγε από κάτω, μας άκουγε χωρίς θόρυβο, χωρίς κτύπημα πιρουνιού, ενώ σήμερα στο πρώτο ρεφραίν αρχίζουν οι συζητήσεις και αδιαφορούν για τον καλλιτέχνη που αγωνίζεται εκείνη την ώρα να δώσει την ψυχή του στον κόσμο.  Η αμοιβή για τον καλλιτέχνη είναι ο σεβασμός του κοινού και όχι το χρήμα . Σήμερα όμως πολλοί καλλιτέχνες πάνε για το χρήμα και αυτό χαλάει τη δουλειά. 

Α: Από τραγούδια σας ποια ξεχωρίζεται ως καλύτερα;

Κ: Πολλά τραγούδια έχω πει, είναι 5500* περίπου τον αριθμό. Το τραγούδι που μιλάει πολύ στην ψυχή μου και μου αρέσει είναι το «Η ζωή μου όλη» ένα τραγούδι του Άκη Πάνου ενός πολύ μεγάλου συνθέτη, αλλά και αυτός είναι στην αφάνεια γιατί έχει φοβηθεί τους ανθρώπους. Είναι ότι καλύτερο έχουμε στην Ελλάδα. Όλα μου τα τραγούδια τα αγαπώ γιατί  ένας καλλιτέχνης σωστός αν δεν αγαπάει ένα τραγούδι και δεν το κάνει κτήμα του δεν μπορεί να το πει. Εκτός κι αν είναι παπαγάλος και επαναλαμβάνει αυτά που του λένε. Ιδιαίτερη αδυναμία έχω σε αυτό το τραγούδι γιατί βρίσκω τον ίδιο μου τον εαυτό μέσα εκεί. «Η ζωή μου όλη», λοιπόν, είναι το τραγούδι μου.

Α: Από τους τραγουδιστάς ποιους ξεχωρίζετε; 

Κ: Ξεχωρίζω μόνο τον Στράτο Διονυσίου γιατί  έχει την πιο αρρενωπή φωνή που μοιάζει με τη δική μου, που έχει απήχηση στο κοινό. Όλες τις άλλες φωνές που ακούμε δεν τις θεωρώ λαϊκές, γιατί τους λείπει η ζεστασιά που αρέσει στο πλατύ κοινό.

Α: Λέγεται ότι διάδοχος σας στο λαϊκό τραγούδι είναι ο Ξανθάκης. Εσείς τι πιστεύετε για αυτόν; 

Κ: Ομολογώ ότι δεν τον έχω πολυακούσει., Από μερικά του τραγούδια που ξέρω βγάζω το συμπέρασμα ότι είναι ένας πολύ ωραίος τραγουδιστής αλλά δεν έχει δικό του τύπο τραγουδιού και προσπαθεί να μιμηθεί εμένα. Κι αυτό είναι κακό, (να προσπαθείς να μιμηθείς τον Πικασσό;) Ενώ ο Διονυσίου τραγουδάει με δικό του τύπο. 

Α: Από τους συνθέτες ποιους ξεχωρίζετε;

Κ: Η κορυφή στο ελληνικό τραγούδι, για, μένα είναι ο Άκης Πάνου γιατί είναι ο πιο σωστός. Μεγάλος συνθέτης είναι επίσης και ο Χρήστος Νικολόπουλος παλαιός μου συνεργάτης που έχω τραγουδήσει πολλά του τραγούδια, όπως το «Υπάρχω» και άλλα προγενέστερα. Μεγάλη προσφορά επίσης έχει στο λαϊκό τραγούδι και ο Απόστολος Καλδάρας.

Α: Τι έχετε να πείτε για τους Έλληνες της Γερμανίας; 

Κ: Ο Καλλιτέχνης (συνήθως) χαιρετάει τον κόσμο με την φωνή του. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να τραγουδήσω αλλά δυστυχώς πέρασαν τόσα πολλά χρόνια που εγκατέλειψα το πάλκο γι αυτό είναι λίγο δύσκολο. Αλλά τίποτα δεν αποκλείεται και υπάρχει  το ενδεχόμενο να ξανατραγουδήσω, στη Γερμανία πάντα, για τους Έλληνες και τότε θα τους πω πολλά με τα τραγούδια μου. 


Στο τέλος ο λεοντόκαρδος καλλιτέχνης αφού δάκρυσε αναπολώντας τα περασμένα μας είπε επίσης ότι θα υποστεί ακόμη και οικονομική ζημία αρκεί να βρεθεί τρόπος να τραγουδήσει για τους ξενιτεμένους Έλληνες για τελευταία φορά.


* Το μύθο αυτό, για τα 5000 και πλέον τραγούδια αναπαρήγαγαν πολλοί. Μεταξύ αυτών και ο Καζαντζίδης. Η δισκογραφία του μετρά 846 πρώτες εκτελέσεις (καταγραφή του κου Χατζηαντώνογλου: ΕΔΩ)




Διαβάστε ακόμης: Συνεντεύξεις του Στέλιου Καζαντίδη


Δεν υπάρχουν σχόλια: