Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Ο Καζαντζίδης και τα «δημοτικά»… (ΒΙΝΤΕΟ)

Όταν η οικογένεια Καζαντζίδη αναγκάστηκε στα χρόνια της κατοχής, να μεταβεί στα Πλατανάκια Σερρών και αργότερα στη Ροδώνα Κιλκίς, ο Στέλιος ήρθε σε επαφή με την Ποντιακή παράδοση. 

Εξομολογείται, πως το θέαμα και οι ήχοι στα γλέντια του χωριού, ήταν μια μοναδική εμπειρία για εκείνον. Έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, την εποχή εκείνη, κυριαρχούσαν τα, κατά τόπους, παραδοσιακά τραγούδια. Θα λέγαμε πως τα δημοτικά τραγούδια διαμόρφωσαν την αισθητική του Καζαντζίδη.

Η γνωριμία του με την αυθεντική παραδοσιακή μουσική, θεμελίωσε την κατοπινή άποψη του, για το λαϊκό στίχο και τη λαϊκή δημιουργία. Στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στην πρωτεύουσα, «συνάντησε» και το νησιώτικο στοιχείο. Συμμετέχοντας σε ερασιτεχνικές ορχήστρες, πέρα από τα νυχτοκάματα που έκανε σε συνοικιακές ταβέρνες, τραγούδησε σε γάμους και πανηγύρια στις αναβαθμισμένες συνοικίες της Αττικής.
Ακόμα και όταν καθιερώθηκε στο μουσικό στερέωμα, συνεργάστηκε με δημοτικούς καλλιτέχνες. Είναι γνωστό γενικά πως το χορευτικό κομμάτι του προγράμματος στα κέντρα τότε, περιελάμβανε τόσο «ευρωπαϊκά» τραγούδια (τραγούδια της περιόδου του μεσοπολέμου) όσο και παραδοσιακά...

Χώρια από τους μουσικούς (όπως ο σπουδαίος βιολιστής Γιώργος Κόρος), που στελέχωσαν όλες τις λαϊκές ορχήστρες και συνέθεσαν αξιομνημόνευτες μουσικές, ο Καζαντζίδης συνεργάστηκε στο πάλκο, με σημαντικούς δημοτικούς τραγουδιστές. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πως στα 1961 στις "Τζιτζιφιές" τον συνόδεψε, μαζί με τη Μαρινέλλα και το «αηδόνι της Ρούμελης», η περίφημη Σοφία Κολητήρη.

Ένα χρόνο πριν, στα 1960 ηχογράφησε 11 δημοτικά τραγούδια, μαζί με τη Γιώτα Λύδια και τη Μαρινέλλα. (δείτε το δίσκο εδώ). Υπάρχουν αναφορές, που πιστοποιούν πως ηχογράφησε και αρκετά παραδοσιακά τραγούδια στα χρόνια της «επταετίας», την περίοδο που έκανε την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρία, τη «STANDARD». Αγνοούμε την εμπορική επιτυχία των δημοτικών τραγουδιών, που κυκλοφόρησαν το 1960. Από καλλιτεχνικής πλευράς, είναι μια ιδιαίτερη στιγμή του Καζαντζίδη. Ένα ντοκουμέντο μοναδικό.

Σαφώς ο Καζαντζίδης έφερε τα τραγούδια αυτά στα μέτρα του. Η φωνή του Στέλιου δε φημίζεται άλλωστε, για την ευλυγισία της και τα γυρίσματα. Τα χαρακτηριστικά της φωνής του, που σε καθηλώνουν είναι ο όγκος, η άρθρωση και οι καταλήξεις. 

Ο μουσικός, Νίκος Σαραγούδας δήλωσε στο Θωμά Κοροβίνη: 

«Στο είδος του είναι πάρα πολύ καλός και ξεχωριστός. Λέω στο είδος του γιατί δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε όλα τα είδη, έχω κατασταλάξει σε αυτή τη γνώμη λόγω της πλούσιας εμπειρίας που έχω… Στην εκτέλεση των δημοτικών τραγουδιών η ερμηνεία του Καζαντζίδη δεν του πήγαινε κατά τη γνώμη μου, ήταν καθαρά λαϊκός».

Με τη Μαρινέλλα και τη Σοφία Κολητήρη στο πάλκο

Το βασικό πρόβλημα, που εντόπισε ο Στέλιος Καζαντζίδης στην ερμηνεία των δημοτικών τραγουδιών (θα το ακούσετε στο απόσπασμα συνέντευξης που ακολουθεί), ήταν η προφορά. 

Η προφορά είναι αυτή, που δηλώνει την καταγωγή τόσο του τραγουδιού όσο και του ερμηνευτή, συνήθιζε να λέει.

Ο Στέλιος προσποιήθηκε στο τραγούδισμα του μια άλλη καταγωγή και απέτυχε. Μεγαλωμένος στην Αθήνα δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί πλήρως στις ερμηνευτικές απαιτήσεις του είδους. Επιχείρησε αργότερα και σε κάποια δικά του λαϊκά τραγούδια, να δώσει ένα ύφος δημοτικού τραγουδιού, κάνοντας άστοχη χρήση τοπικών ελλαδικών ιδιωμάτων.

Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και το «Χίλιοι γιατροί με κοίταξαν» στα 1965. Ένα τραγούδι σε στίχους και μουσική (;) του Κώστα Βίρβου. Ήταν, ίσως, μια απόπειρα του τραγουδιστή να προσδώσει έναν καθολικό χαρακτήρα στην καλλιτεχνική προσφορά του. Σαν λαϊκός καλλιτέχνης προσδοκούσε να έχει πανελλαδική αποδοχή. Αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να είναι αυθαίρετα και ανούσια, αλλά εμείς έτσι εκλαμβάνουμε τα γεγονότα. Σίγουρο είναι πως ο Καζαντζίδης «κουβαλούσε» την παράδοση. Προσπάθησε και κατάφερε να την παραθέσει στα τραγούδια του, στις δικές του ερμηνείες.

Ένα στοιχείο, που δηλώνει τη θεμελίωση του λαϊκού τραγουδιού στη βάση της ελληνικής μουσικής παράδοση – πέρα από τις όποιες ομοιότητες στη θεματολογία – είναι οι παραδοσιακές μελωδίες, που χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν αυτούσιες σε γνωστά λαϊκά τραγούδια. Σε πολλά «πάλκα» της επαρχίας - και όχι μόνο - παίζεται συχνά ένα χορευτικό τραγούδι με τίτλο «Το ορκίζομαι στην παναγιά», που κυκλοφόρησε ως δημιουργία του Στέλιου Καζαντζίδη και το τραγούδησε ο ίδιος.

Η μελωδία αν το προσέξει κανείς καλά είναι ίδια με το γνωστό Ποντιακό τραγούδι «Τσιάμπασιν». Πολλά τέτοια παραδείγματα μαρτυρούν την συνεισφορά, που είχε το παραδοσιακό τραγούδι στη λαϊκή δημιουργία μετά το 50. Καθοριστικό ρόλο, έπαιξε η καταγωγή πολλών δημιουργών και μουσικών του μεταπολεμικού λαϊκού τραγουδιού. Αυτοί εμπλούτισαν τη μουσική παραγωγή στα αστικά κέντρα. 

Αυτό που ονομάζουμε κλασσικό λαϊκό τραγούδι ίσως είναι αυτός ακριβώς ο συγκερασμός της προπολεμικής μουσικής των αστικών κέντρων και αυτής των πληθυσμιακών ομάδων της επαρχίας. Και οι φωνές που το υπηρέτησαν, με συνισταμένη τον Καζαντζίδη, ίσως αυτή την Ελλαδική μουσική ομοιογένεια εξυπηρέτησαν. Απότομα όλοι αποκτούν κοινή αναφορά. Κοινή προφορά. Κοινούς στόχους. Με λίγα λόγια το κλασσικό λαϊκό τραγούδι, δεδομένου ότι το ελληνικό κράτος με τα σημερινά γεωγραφικά όρια υπάρχει λιγότερο από 90 χρόνια, αποτέλεσε αυτό που καλούμε Ελληνικό τραγούδι.

Για την ιστορία ο Στέλιος Καζαντζίδης αγαπούσε ιδιαίτερα τον «Καζαντζίδη του δημοτικού», τον Αλέκο Κιτσάκη από το Ριζοβούνι Πρέβεζας. «Αν χαθεί ο Κιτσάκης, θα σβήσει το δημοτικό τραγούδι», έλεγε.

Ακούστε στο βίντεο που ακολουθεί, ένα απόσπασμα συνέντευξης του Στέλιου Καζαντζίδη στον Πάνο Γεραμάνη. Εξηγεί γιατί δεν απέδωσε «σωστά» τα δημοτικά τραγούδια, που ηχογράφησε το 1960.






ΥΓ: Σε επόμενη δημοσίευση θα αναφερθούμε διεξοδικά και στα ποντιακά τραγούδια, που ηχογράφησε ο απόλυτος λαϊκός τραγουδιστής.



Διαβάστε ακόμη: 


1 σχόλιο:

AATON είπε...

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την αναφορά το πού έζησε ο Στέλιος Καζαντζίδης στα παιδικά του χρόνια (Πλατανάκια Σερρών) όπου και ζούν ακόμη πολλοί συγγενείς του πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Τον θυμάμαι, που ερχόταν συχνά στο χωριό μας (Πλατανακιώτης κι εγώ βλέπετε) μαζί με την Μαρινέλα, και έμεναν σε συγγενικό τους σπίτι στην "Τζαμού", μια συνοικία του χωριού, στον "κάτω μαχαλά".
Μπορώ να αναφέρω ένα δύο περιστατικά που έζησα ο ίδιος, ή που άκουσα να αφηγούνται οι παλιότεροι.
Ένα πρωί, ξέροντας εμείς τα πιτσιρίκια πως ήρθε ο Καζαντζίδης, μαζευτήκαμε απο νωρίς στην αυλή του Χαλκίδη του Νίκου, όπου και έμενε για να τον δούμε απο κοντά.
Βγήκε λοιπόν, κρατώντας τρία αυγά φρέσκα, και σπάζοντας την κορυφή τους, τα ρουφούσε ωμά. Μετά απο λίγο βγήκε και η Μαρινέλα, με το τσιγάρο στο στόμα. Βλέποντάς την ο Στέλιος, της λέει "Κάπνιξον οβούδ, κάπνιξον.." (κάπνιζε βόδι, κάπνιζε).
Όπως είδαμε όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια.
Οι παλιοί, διηγούνται το εξής πάλι.
Όταν ο Στέλιος ήταν μικρός, ο πατέρας του ζούσε ακόμη. Ανέβηκε λοιπόν πάνω σε ένα πλατάνι, μα μόλις βρέθηκε επάνω, φοβόταν να κατέβει, βλέποντας πόσο ψηλά ανέβηκε. Ο πατέρας του τον περίλαβε στα "μπινελίκια" και στο τέλος τον κατέβασαν κάποιοι χωριανοί που βρέθηκαν εκεί.
Το πλατάνι αυτό υπάρχει ακόμη, και στην ρίζα του, ο σύλλογος φίλων Στέλιου Καζαντζίδη της Πυλαίας Θεσσαλονίκης, έστησε μια βρύση με την εικόνα του βαστώντας την κιθάρα του, και με την επιγραφή "Πίνετε νερό στο όνομα του Στέλιου Καζαντζίδη".

Είναι ένα πανέμορφο χωριό, που αξίζει να επισκεφθείτε μια μέρα, με δυνατότητες διανυκτέρευσης επίσης..