Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Η δισκογραφική διαδρομή του Στέλιου Καζαντζίδη

Ο Στέλιος Καζαντζίδης, μπήκε στο χώρο της δισκογραφίας το καλοκαίρι του 1952, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πάω». Έκτοτε, η δισκογραφική πορεία του Στέλιου Καζαντζίδη, χαρακτηρίζεται πολυτάραχη και η επαγγελματική του προοπτική - παραδόξως - αβέβαιη. Το 1980, θα εκμυστηρευτεί στον Βασίλη Βασιλικό:

«Αν και ήμουνα ο πρώτος τραγουδιστής, ένιωθα πάντα μια ανασφάλεια κι έψαχνα να βρω μια πιο σίγουρη δουλειά για να μπορέσω να ζήσω».

Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές, που ο Στέλιος Καζαντζίδης, για διάφορους λόγους, βρέθηκε σε δικαστικές αίθουσες, να αντιδικεί με δισκογραφικές εταιρείες. Χρόνια ολόκληρα, εργάστηκε σε πολλές εταιρίες παραγωγής δίσκων μέχρι να αισθανθεί- όπως χαρακτηριστικά δήλωνε συνεχώς ο ίδιος -«ελεύθερος» και κάποια στιγμή η ανάγκη για αυτοδιάθεση τον οδηγήσε στην απόφαση να ιδρύσει την δική του εταιρεία.


Η είσοδος της Columbia

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, να παρακολουθήσουμε τις αλλαγές στο δισκογραφικό καθεστώς, παράλληλα με τη καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Στέλιου Καζαντζίδη.

Η αρχή της ελληνικής δισκογραφίας απαντά στο απώτερο παρελθόν. Πολύ πριν το 1952, οπότε και ο Στέλιος ξεκίνησε να δισκογραφεί. Οι πρώτες ηχογραφήσεις έγιναν έξω από τα ελλαδικά όρια. Δισκογραφικές εταιρείες του εξωτερικού, αρχικά στις ΗΠΑ και έπειτα σε περιοχές, όπου υπήρχε έντονα ελληνισμός (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη πριν το 1912), ηχογραφούν και εμπορεύονται ελληνικά τραγούδια, με έλληνες καλλιτέχνες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης Κουνάδης, οι πρώτες ηχογραφήσεις σε επίπεδους δίσκους, πραγματοποιήθηκαν το 1896 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Την ίδια περίοδο (έως το 1924) στον ελλαδικό χώρο γίνονται ηχογραφήσεις από κινητά συνεργεία ξένων εταιρειών, που ερχόταν από το εξωτερικό με το σκοπό αυτό. Για τις ηχογράφησεις εκείνες, εφόσον δεν υπήρχαν κατάλληλες εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον δωμάτια και χώροι γνωστών ξενοδοχείων της Αθήνας.

Μόλις το 1924 εμφανίζονται παραρτήματα ξένων εταιρειών στην Ελλάδα αλλά μέχρι το 1930, λόγω έλλειψης εγκαταστάσεων όπως είπαμε, οι ηχογραφήσεις γίνονται από κινητά συνεργεία. Η δαπανηρή διαδικασία των κινούμενων συνεργείων, παρόλο που απαθανάτισε σημαντικές μουσικές δημιουργίες, "κόστισε" κατά κάποιον τρόπο στους ακροατές. Πώς; Για λογαριασμό κάθε εταιρείας υπήρχε και ένα συγκρότημα, που έπαιζε σχεδόν όλα τα είδη τραγουδιού. Η οικονομία χρόνου βλέπετε (χρόνος επιχειρηματικά σήμαινε χρήμα) που επιδίωκαν οι εταιρίες , επέβαλε αυτή την κατάσταση. Παρά τις ικανότητες τους, οι μουσικοί που στελέχωσαν τις αποκλειστικές ορχήστρες των εταιρειών, δεν ήταν δυνατόν να ανταποκριθούν πλήρως στις ειδικές τεχνοτροπίες και στις απαιτήσεις κάθε τραγουδιστικού είδους (άλλωστε ηχογραφούνταν κυρίως δημοτικά τραγούδια και παραδοσιακοί σκοποί με πολλές μουσικές ιδιαιτερότητες).

Το πρώτο παράρτημα δισκογραφικής, ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι το παράρτημα της γερμανικής εταιρείας "ODEON". Το αμέσως επόμενο είναι το παράρτημα της αγγλικής "Grammophone", στην Αθήνα αυτή τη φορά. Η αγγλική αυτή εταιρεία, ήταν η θυγατρική της αμερικάνικης "COLUMBIA", η οποία από το 1888 είχε έδρα την Ουάσιγκτον των ΗΠΑ. Την εκπροσώπηση του σήματος της "COLUMBIA" ( που ήταν το ένα σήμα της
"Grammophone" στους δίσκους - γιατί υπήρχε και το άλλο σήμα της: "His Master’s Voice") αναλαμβάνουν οι αδερφοί Λαμπρόπουλοι.

Λίγο πριν το 1930, ο Μίνωας Μάτσας μπαίνει στην διοίκηση της "ODEON" και λαμβάνοντας, παράλληλα, την εκπροσώπηση της γερμανικής "Parlophone" πετυχαίνει να την μετεξελίξει σε ελληνική εταιρεία.

Τον Δεκέμβριο του 1930, ολοκληρώνεται, με το πέρας δύο χρόνων από την έναρξη των εργασιών, το εργοστάσιο παραγωγής δίσκων της "Grammophone" στον Περισσό και ο πρώτος δίσκος τυπώνεται στις 20 του ίδιου μήνα.



Χειροποίητη επεξεργασία των πρώτων δίσκων
γραμμοφώνου στο εργοστάσιο της Columbia


Βρισκόμαστε, λοιπόν, στο 1930.

Η ελληνική δισκογραφία διέρχεται μια νέα εποχή, την οποία σηματοδοτούν οι επαγγελματικοί χώροι ηχογράφησης και το εγροστάσιο παραγωγής δίσκων.

Οι Λαμπρόπουλοι εκπροσωπούν τώρα και τα δύο σήματα της “Grammophone” (“COLUMBIA” και “His Master’s Voices”) και ο Μίνωας Μάτσας το γκρούπ εταιρειών “ODEON"– "Parlophone".

Από την “COLUMBIA” θα ξεκινήσει και ο Καζαντζίδης στα 1952, όπως προείπαμε. Η εμπορική επιτυχία της "Μαντουμπάλας" το 1959, στάθηκε η αφορμή για την πρώτη δικαστική διαμάχη του Στέλιου με τους Λαμπρόπουλους. Η δικαστική απόφαση δεν δικαίωσε τον τραγουδιστή.

Ο Στέλιος αγανακτισμένος, συνεργάζεται με τον Γιώργο Ορφανίδη, ιδιοκτήτη της εταιρείας “RCA” η οποία ιδρύθηκε στα 1960. Ο Γιώργος Ορφανίδης συνεργάστηκε με σημαντικούς λαϊκούς τραγουδιστές, που δεν τους ήθελαν πλέον οι μεγάλες εταιρείες (Στράτος Παγιουμτζής, Πρόδρομος Τσαουσάκης κ.α) και αυτό ίσως ήταν το μυστικό της επιτυχίας της εταιρείας του στη δεκαετία του ΄60. Οι μήτρες των δίσκων της “RCA” στέλνονταν στη Γερμανία και συγκεκριμένα στη Στουτγάρδη, παρόλο που οι ηχογραφήσεις γινόντουσαν στην Ελλάδα. Σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίστηκε ο Καζαντζίδης, οι Λαμπρόπουλοι εμπόδιζαν την κυκλοφορία δίσκων της “RCA” καθυστερώντας τις διαδικασίες στο τελωνείο. Η κατάσταση αυτή, όξυνε τις σχέσεις της “COLUMΒΙΑ” με τον λαϊκό τραγουδιστή.

Δίνοντάς του ποσοστά επί των πωλήσεων, οι Λαμπρόπουλοι ανανέωσαν τελικά την συνεργασία τους με τον Καζαντζίδη. Στην αντίπερα όχθη, η “ODEON- Parlophone” (η εταιρεία του Μίνωα Μάτσα, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας) έχοντας πολλά προβλήματα, έχει καταδικαστεί από πολλούς σε εμπορικό τέλος.

Τότε, στα 1960, μπαίνει στο χώρο της δισκογραφίας ο Μάκης Μάτσας, γιός του Μίνωα, και η εταιρεία παίρνει την επωνυμία «Μίνως Μάτσας και Υιός».Η πρώτη επιχειρηματική επιτυχία για τον υιό Μάτσα δεν αργεί.

To 1964 υπογράφει συμβόλαιο συνεργασίας με το Στέλιο Καζαντζίδη.

Ο Μάκης Μάτσας θα δηλώσει στο Νίκο Φρονιμόπουλο (για το περιοδικό "Εικόνες"):

«Ο λόγος που ο Στέλιος ήθελε να συνεργαστεί μαζί μας ήταν, αφενός μεν η πάρα πολύ κακή σχέση του με τον Τάκη Λαμπρόπουλο της “COLUMBIA” και αφετέρου η τελείως διαφορετική αντιμετώπιση που είχε από εμένα. Ο Στέλιος ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος, με πολύ ταλαιπωρημένες παιδικές εμπειρίες που του άφησαν χαραγμένα τα σημάδια τους στην ψυχή του. Ήθελε, λοιπόν, μια ιδιαίτερη αντιμετώπιση».

Λίγο πριν τα 1967 ο Στέλιος Καζαντζίδης, αποφασίζει να κάνει τη δική του εταιρεία με το όνομα “STANDARD”. Έχοντας μετά από αλλεπάλληλες αιτήσεις, αποσπάσει την πολυπόθητη άδεια από το Υπουργείο Βιομηχανίας και αφού παρήγγειλε μηχανήματα από το εξωτερικό, αναμόρφωσε ένα παλαιό εργοστάσιο στο Κιάτο για να στεγάσει τον υλικό εξοπλισμό. Τα γραφεία της εταιρίας, ανοίξανε στη Ζήνωνος, κοντά στην Ομόνοια. Η εταιρία δεν λειτούργησε, όμως, αυτόνομα.

Εν τω μεταξύ η κόντρα του Καζαντζίδη με την «Μίνως Μάτσας και Υιός», έχει οξυνθεί. Ο Καζαντζίδης, έχει να αντιπαλέψει και τον παράγοντα λογοκρισία, ο οποίος έχει γιγαντωθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια του δικτατορικού καθεστώτος.

Χαρακτηριστικά αναφέρει :

«Ό, τι τραγούδι είχα βαρύ, το ξέραν αυτοί ότι προορίζεται για μένα, ό, τι με περιεχόμενο λαϊκό μου το κόβανε, μεθοδευμένα πλέον. Το ίδια τα πέρναγαν για το Μάτσα και το Λαμπρόπουλο. Εγώ τι θα έλεγα; Τι θα τραγούδαγα; Τις δαντελένιες ακρογιαλιές της ελληνικής θάλασσας; Είχα αγανακτήσει».

Στην προσπάθειά του να επιστρέψει στην ενεργό καλλιτεχνική δράση, συνεργάζεται με τη “PHILIPS”. Κυκλοφορούν στα 1968, επτά δίσκοι των 45 στροφών με το σήμα “STANDARD”. Η «Μίνως Μάτσας και Υιός» δε μένει άπραγη. Οδηγεί τη “PHILIPS” στα δικαστήρια, αξιώνοντας την επιστροφή του Καζαντζίδη και κερδίζει τη δίκη. Η εταιρία δηλώνει πως θα παρέχει αποζημίωση στον Καζαντζίδη για τα έξοδα που έκανε, στην προσπάθεια να δημιουργήσει τη νέα του επιχείρηση και επίσης ο Στέλιος, κυκλοφορεί 9 σαρανταπεντάρια ακόμα, με την επωνυμία “STANDARD”.

Για τα περιστατικά αυτά ο Μάκης Μάτσας, χρόνια αργότερα, θα αναφέρει στο Νίκο Φρονιμόπουλο:

«Τα τρία πρώτα χρόνια κύλησαν υπέροχα. Στη συνέχεια ο Στέλιος θέλησε να ανοίξει δική του εταιρεία δίσκων και να κάνει και δικό του εργοστάσιο. Έφερε μηχανήματα από την Ιταλία και τα εγκατέστησε στο Κιάτο. Έναν χρόνο αργότερα, βλέποντας ότι τα σχέδια του ήταν εκτός πραγματικότητας, μας προτείνει να αγοράσουμε όλα τα μηχανήματα, να του πληρώσουμε όλα τα έξοδα που είχε κάνει μέχρι στιγμής και να υπογράψουμε καινούργιο συμβόλαιο. Τα μηχανήματα ήταν σχεδόν άχρηστα, παρ’ όλα αυτά δεχθήκαμε την πρόταση και φτάσαμε πια στην ημέρα της υπογραφής. 
Στις τέσσερις τα ξημερώματα θυμάμαι είχαμε μονογράψει όλα τα συμβόλαια. Κανένας δεν άντεχε, όμως να τα καθαρογράψει και δώσαμε ραντεβού για την επομένη. Την επομένη όμως ο Στέλιος είχε αλλάξει γνώμη. Έπειτα από μέρες μάθαμε ότι υπέγραψε συμβόλαιο στη “Philips”, όπου ηχογράφησε τρεις δίσκους. Καταλαβαίνετε βέβαια τι επακολούθησε».

Ο Καζαντζίδης παρουσίασε μια τελείως διαφορετική εκδοχή. Τα κατεστημένα συμφέροντα δεν τον άφησαν να προχωρήσει. Αυτό δήλωσε σαφέστατα.


Μάκης Μάτσας και Στέλιος Καζαντζίδης... Μια σπάνια φωτογραφία


Και για να κάνουμε το συνήγορο του διαβόλου, θα αναπαράγουμε όσα, ο Βαγγέλης Αρναουτάκης και ο Κώστας Χρηστίδης, έγραψαν στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι»:

«...θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ενώ η “ΒΕΝΤΕΤΤΑ” της Πόλυς Πάνου και η “SONATA” του Γαβαλά, άντεξαν για 5 – 6 χρόνια η καθεμία, η “STANDARD” όπως την σχεδίασε και την ονειρεύτηκε ο Στέλιος Καζαντζίδης ουδέποτε λειτούργησε αυτόνομα. Ήταν άραγε τυχαίο;»

Ο γιος του Πάνου Γαβαλά, μιλώντας στον Πάνο Γεραμάνη, θα φωτίσει μια σκοτεινή πλευρά της πολιτικής των μεγάλων εταιρειών σε βάρος των μικρών - συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δημιούργησαν σημαντικοί λαϊκοί καλλιτέχνες:

«Τότε οι μεγάλες δισκογραφικές, υπέγραψαν αποκλειστικά συμβόλαια με τους συνθέτες, κάτι που δεν ίσχυε προηγουμένως. Αυτό βέβαια έγινε για να κλείσουν τις μικρές εταιρείες. Και το πέτυχαν. Γιατί όταν ο Καλδάρας ήθελε να δώσει τραγούδια στον πατέρα μου, δεν μπορούσε επειδή τον δέσμευε το συμβόλαιό του – το ίδιο και ο Χ. Νικολόπουλος ή ο Άκης Πάνου». (Περιοδικό «Δίφωνο» τεύχος 39)

Ας σημειώσουμε, για την ιστορία, πως η σύντομη συνεργασία του Στέλιου Καζαντζίδη με την “PHILIPS” συνέπεσε χρονικά με την δρομολόγηση κατασκευής εργοστασίου της Ολλανδικής εταιρείας στην Ελλάδα.

Ο Καζαντζίδης τελικά, επέστρεψε στη “ΜΙΝΟΣ”. Όχι όμως για πολύ... Το 1975 με τον θρυλικό δίσκο «Υπάρχω», αποχαιρετά για 12 ολόκληρα χρόνια τη δισκογραφία. Κυριολεκτικά αρνείται να τραγουδήσει. Δεν επιθυμεί καμία συνεργασία πλέον με το Μάτσα. Ο λόγος; Το επαχθές, για τον ίδιο ,συμβόλαιο που είχε υπογράψει με την εταιρεία.

Θα δηλώσει στο Βασίλη Βασιλικό:

«Αλλά εγώ δεν τον ήθελα τον Μάτσα. Δεν ήθελα ούτε να τους ξέρω, ούτε να τους δω, ούτε τίποτα. Μια ζωή ήμασταν στα δικαστήρια με διαμάχες. Δε δουλέψαμε σωστά ούτε ένα εξάμηνο. Μόνο το ΄64 που με πρωτοπήρανε πέσανε με τα μούτρα πάνω στο όνομά μου για να αποκτήσει η εταιρεία οντότητα. Ήταν η γυφτιά τους, η ανόητη, που τους έκανε να μου φερθούν καλά στην αρχή και στη συνέχεια να με αναγκάσουν να επαναστατήσω και να φτάσουμε στα δικαστήρια. Δεν είχαμε ποτέ ομαλή συνεργασία. Εργοδότη προς εργάτη».

Το 1986 με νόμο, που ψηφίστηκε στη βουλή (εισηγητής του οποίου ήταν ο Αντώνης Τρίτσης), ο Στέλιος αποδεσμεύεται από το συμβόλαιό του και τραγουδά έναν ακόμη δίσκο για τη "ΜΙΝΟΣ".

«Ο δρόμος της επιστροφής» (διαβάστε ΕΔΩ) που κυκλοφορει το 1987 σημειώνει σημαντικές πωλήσεις που επιβεβαιώνουν την λαοφιλία του Καζαντζίδη. Συνεργάζεται για το δίσκο «Ελεύθερος» με την "Polygram" και αμέσως μετά, υπογράφει συμβόλαιο συνεργασίας με την MBI, της οποίας ιδιοκτήτης, τότε, ήταν ο φίλος του Ανδρέας Καϊάφας.

Η Music Box International (ΜΒΙ), είναι η παλαιότερη ανεξάρτητη εταιρεία. Ιδρύθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1959 με την επωνυμία MUSIC BOX και στη δεκαετία του ΄80 μετονομάστηκε.

Οι φωνοληψίες στα studios του εργοστασίου της "COLUMBIA", είχαν σταματήσει από το 1983... Το 1991, η “ΜΙΝΟΣ” συγχωνεύεται με την αγγλικών συμφερόντων “EMI” και την ίδια χρονιά κλείνει οριστικά το ιστορικό εργοστάσιο της “COLUMBIA”.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης, ένας εξαιρετικά δημοφιλής καλλιτέχνης - «μια μικρή δισκογραφική εταιρεία από μόνος του», όπως εύστοχα παρατήρησε ο Μάκης Μάτσας - έγινε το «μήλον της έριδος» για πολλούς επιχειρηματίες, που δραστηριοποιήθηκαν στο χώρο της δισκογραφίας.

Διαπιστώνουμε σήμερα με σιγουριά, είναι πως η οικονομική άνοδος της δισκογραφικής “ΜΙΝΟΣ” συνδέεται άρρηκτα με την ισχυρή εμπορική δύναμη του Καζαντζίδη.



Πηγές: 

  • Ένθετο αφιέρωμα στην εφημερίδα «Καθημερινή» : «Το τραγούδι στην Παράγκα του Αιώνα» με την επιμέλεια της Πέγκυς Κουνενάκη. Εργάστηκαν για αυτό οι: Παναγιώτης Κουνάδης, Σωτήρης Λυκουρόπουλος, Πέτρος Δραγουμάνος, Πάνος Mαυραγάνης, Κωνσταντίνος Θέμελης, Γιώργος Χατζηδάκης, Γιώργος Παπαστεφάνου, Βασίλης Αγγελικόπουλος, Πάνος Γεραμάνης, Δημήτρης Αρβανίτης,      Γιώργος Τσάμπρας και Γιώργος Παπαδάκης.
  • «Υπάρχω» του Βασίλη Βασιλικού (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη)
  • «Το ελληνικό τραγούδι στον 20ο αιώνα» - εφημερίδα «Έθνος» 1999
  • Προσωπικό αρχείο


Διαβάστε επίσης:






Δεν υπάρχουν σχόλια: