Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

1965: Ο Καζαντζίδης αποχωρεί από τη νύχτα

«Αποχωρεί ο Καζαντζίδης. Είναι μια είδηση, που σίγουρα θ’ αναστατώσει τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και τους θαυμαστάς του δημοφιλούς καλλιτέχνου. Την ανακοίνωση αυτή έκανε ο ίδιος με τα λόγια: «Το φετεινό καλοκαίρι θα είναι η τελευταία μου εμφάνιση στο πάλκο και στην Ελλάδα. Αποσύρομαι και φεύγω. Γράψτε το. Και τονίστε ότι όταν λέει κάτι ο Καζαντζίδης, το κάνει.»Σαν τον ρώτησαν ποιοι λόγοι τον αναγκάζουν σ’ αυτή την πράξη, τώρα ακριβώς που βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας του, ο Καζαντζίδης αναστέναξε και είπε: «Έτσι πρέπει. Κάποτε θα πω τους λόγους, όταν θα γράψω για τη ζωή μου…». Και έτσι αγαπητοί αναγνώστες κάντε λίγη υπομονή. Τους λόγους που αναγκάζουν τον Καζαντζίδη να αποσυρθή από το επάγγελμα, που του χάρισε δόξα και πλούτη, θα τους μάθετε κάποτε. Ο Καζαντζίδης αφήνει το τραγούδι και φεύγει από την Ελλάδα… Που πάει και τι σκοπεύει να κάνη, δεν είναι ακόμη σε κανέναν γνωστό

Αυτό ήταν ακριβώς το κείμενο, που δημοσιεύτηκε στις 4 Μαΐου του 1962, στην στήλη «Γραμμούλες» της εφημερίδας «Ταχυδρόμος». Την στήλη υπογράφει κάποιος με το ψευδώνυμο «Αλεξανδρινός». Το ίδιο περίπου κείμενο (με μερικές αλλαγές και προσθήκες) κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Ντoμινό», όπως διαβάζουμε στο λεύκωμα με τίτλο «Όταν η φωνή φτάνει στο θρύλο» (Εκδόσεις Άγκυρα, 2001) του οποίου επιμελήθηκε ο Πάνος Γεραμάνης. Η είδηση «βόμβα», ήταν πέρα για πέρα αληθινή αλλά επιβεβαιώθηκε τρία, περίπου, χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση. To 1965, ο Καζαντζίδης αποχώρησε οριστικά και αμετάκλητα – μέχρι το βιολογικό του τέλος - από τις ζωντανές εμφανίσεις. Στα χρόνια απουσίας του, ποτέ δεν μας αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που τον οδήγησαν σε μια τόσο κρίσιμη απόφαση, απόφαση, που αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι με τους εαυτούς μας, ενίσχυσε όσο τίποτα και διατήρησε, αν όχι δημιούργησε (διαβάστε ΕΔΩ), τον μύθο του Στέλιου Καζαντζίδη.

Είναι αξιοπερίεργο πώς ένας τόσο δημοφιλής τραγουδιστής, με υψηλότατες οικονομικές απολαβές, στην πλέον παραγωγική ηλικία (33 μόλις χρόνων) αποφασίζει να απέχει από τις ζωντανές εμφανίσεις, που στη δεκαετία του 60, μαζί με τις κινηματογραφικές συμμετοχές είναι το βασικότερο κομμάτι της «διαφημιστικής» καμπάνιας του τραγουδιστή και το πεδίο αξιολόγησης και προβολής του έργου του. Σε μια περίοδο χωρίς τηλεόραση (η επίσημη έναρξη της Ελληνικής κρατικής τηλεόρασης έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1966, με πρώτη παρουσιάστρια την Ελένη Κυπραίου και συντονιστή το δημοσιογράφο Γεώργιο Κάρτερ. Προηγουμένως, το 1951, με το νόμο 1663 προβλέπεται η ίδρυση και λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών των Ενόπλων Δυνάμεων) και με λιγότερα μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου, μόνο οι ζωντανές εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα ή συναυλιακούς χώρους εγγυόταν την καλλιτεχνική επιβίωση των τραγουδιστών.

Ποιοι ήταν, όμως, οι λόγοι που καθόρισαν τις κινήσεις του Καζαντζίδη και προετοίμασαν το έδαφος για την απρόσμενη φυγή του; Η αφορμή είναι λίγο - πολύ, γνωστή. Η ιστορία με την κοπέλα και το μπουκάλι που έσπασε στην πίστα... Την έχουμε διαβάσει ή ακούσει σε αρκετές παραλλαγές. Ας την διαβάσουμε, όπως την αφηγήθηκε ο ίδιος ο Καζαντζίδης στον Βασίλη Βασιλικό στα 1980: «Ήμασταν στη μέση περίπου του προγράμματος. Είχα προσέξει μια νεαρή κοπέλα, μια ωραία κοπέλα, που ερχότανε κάθε βράδυ παρέα με τον ταξιτζή που την κουβαλούσε. Τον είχε για συντροφιά της στο τραπέζι προφανώς τα είχαν βρει κιόλα αλλιώτικα οι δυο τους. Εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ δεν ήταν μαζί της ο ταξιτζής. Είχα συνηθίσει να τη βλέπω εκεί κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση όταν σηκώθηκε και βγήκε στην πίστα, που ήταν άδεια, με το άδειο μπουκάλι της μαυροδάφνης στο χέρι της. Την είδα να ανοίγει τα κανιά της, να δίνει μια στο μπουκάλι, που του έφυγε ο πάτος και πέρασε ξυστά από το μάγουλο το δικό μου, για να καρφωθεί στην «αχιβάδα» του παλκοσένικου. Μπήκε μέσα στο πλαστικό της «αχιβάδας» δύο δάχτυλα. Τρόμαξα. Σταματάω το τραγούδι και κατεβαίνω απ’ το πάλκο με την κιθάρα, πάω, χώνομαι μες στο καμαρίνι, το κλειδώνω από μέσα και μονολογώ. Μιλάω με τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Λέω: «Τι θέλεις πια; Το πράγμα έφτασε στο ζενίθ του. Δεν έχει άλλο!». Και εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και έδωσα όρκο ότι δεν πρόκειται να ξανατραγουδήσω σε νυχτερινό μαγαζί.» («Υπάρχω», Εκδόσεις Λιβάνη). Το περιστατικό συνέβη το 1965, στο χειμερινό «Φαληρικόν» του Γιάννη Μαργωμένου, επί της οδού Αχαρνών ( Αχαρνών και Ηπείρου). Ο τότε συνεργάτης του Καζαντζίδη και δεξιοτέχνης του κλαρίνου Δημήτρης Τζάρας, επιβεβαιώνει τα παραπάνω, σε συνέντευξή του στον Κώστα Γιακουμάτο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πίστα» τον Οκτώβριο του 2002. Αναφέρει σχετικά: «Με τον Καζαντζίδη δούλεψα και στο χειμερινό «Φαληρικόν» του Μαργωμένου, Αχαρνών και Ηπείρου, όπου ήταν και το τελευταίο πάλκο όπου τραγούδησε ζωντανά ο μεγάλος αυτός ερμηνευτής. Τι να κάνει σταμάτησε, γιατί με τα πολλά σπασίματα που γινόντουσαν αλλά και τις απειλές που δεχόταν από διάφορους νονούς της νύχτας, φοβόταν για τη ζωή του…». Την ίδια άποψη έχει και ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Λάκης Καρνέζης (κατά κόσμο Παντελής Σκυφτάς). Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Ήρα Σινιγαλιά για το 84ο τεύχος του περιοδικού «Δίφωνο» θα δηλώσει: «Ο Στέλιος Καζαντζίδης ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων λαϊκών τραγουδιστών της εποχής του. Τον ταλαιπώρησαν αφάνταστα. Πήγαινε κάθε νταής να τον πάρει στο μαγαζί του και του κόλλαγε, άλλος με πιστόλι, άλλος με μαχαίρι. Απηύδησε ο άνθρωπος, Θεός σχωρέσ’ τον.»

Υπάρχουν και άλλες, πολλές αναφορές ομότεχνων του Καζαντζίδη και απλές μαρτυρίες συνεργατών του και θαμώνων των κέντρων στα οποία δούλεψε, που θέλουν τον Στέλιο θύμα ενός ανελέητου κυνηγητού από καταστηματάρχες και ανθρώπους της νύχτας. Υπάρχουν ασφαλώς και άνθρωποι που έχουν εκφράσει μια κάποια επιφύλαξη επιμερίζοντας την ευθύνη. Για αυτούς ο Στέλιος υπήρξε ασυνεπής ως επαγγελματίας καλλιτέχνης – ίσως και τεμπέλης, και οι ενδείξεις της όποιας ασυνέπειας από μέρους του, δεν είναι λίγες. Όχι μόνο στους νυχτερινούς χώρους όπου εμφανίστηκε πριν το 1965 αλλά και στις περιοδείες ανά τον κόσμο και τελικώς στη δισκογραφία (διαβάστε ΕΔΩ). Ήταν τελικά ο Στέλιος ασυνεπής ή μήπως οι λόγοι ήταν βαθύτεροι και δεν εντοπίζονται αποκλειστικά και μόνο στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του; Υπάρχουν φορές άλλωστε που η ασυνέπεια σε καλλιτεχνικά συμβόλαια, δηλώνει, ίσως, ηθική συνέπεια.
Οι μπράβοι των νυχτερινών κέντρων, οι εθνικόφρονες καταστηματάρχες σε αντιδιαστολή με το αριστερό παρελθόν του Καζαντζίδη, η «κονσομασιόν», η εισδοχή νεόπλουτων στους χώρους διασκέδασης είναι ασφαλώς σοβαρότατοι λόγοι για έναν καλλιτέχνη του διαμετρήματος του Καζαντζίδη, να αρνηθεί συμβόλαια και να αποχωρήσει. Αξίζει να σημειώσουμε πως το καλλιτεχνικό εκτόπισμα του Καζαντζίδη ήταν τέτοιο, που δυσαρεστούσε τους ανταγωνιστές καταστηματάρχες στα χρόνια της κυριαρχίας του. Δεν είναι λίγες οι φορές που απειλήθηκε η σωματική του ακεραιότητα, καθώς η ανομολόγητη εχθρότητα από μέρους των ανταγωνιστών εκφραζόταν ύπουλα στις απρέπειες, τάχα δυσαρεστημένων θαμώνων ή καταφανέστατα σε οξύθυμους νταήδες και σεσημασμένους, που δικαιολογούσαν με τις απειλές και τις ενέργειές τους το μεροκάματο που έπαιρναν από τα αφεντικά τους. Χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία που παραθέτει ο Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του «Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001» (Εκδόσεις ΚΨΜ), σύμφωνα με την οποία, ο Καζαντζίδης υποχρεώθηκε από γνωστό νταή της εποχής, τον περιβόητο Κατελάνο, να τραγουδήσει 22 φορές (!!!) ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Έπειτα, όταν με την απειλή όπλου ο Κατελάνος απαίτησε από τον Καζαντζίδη να του «χαϊδέψει» τα γεννητικά όργανα, η επέμβαση των ανθρώπων του κέντρου απεσόβησε τα χειρότερα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την αποχώρησή του από τις ζωντανές εμφανίσεις, ο ίδιος ο Καζαντζίδης, νέος ακόμη, ασφαλής οικονομικά – οι δισκογραφικές του επιτυχίες αλλά και οι προτάσεις συνεργασίας συνεχίστηκαν – νιώθοντας έναν λαό ολόκληρο στο πλευρό δήλωνε - υπερβάλλοντας κάποιες φορές - πως ήταν πάντα μοναχικός, πως πάντα ήθελε να απαγκιστρωθεί από τη δουλειά του τραγουδιστή… και τότε πλήθος αστοιχείωτων ανθρώπων βιάστηκε να χαρακτηρίσει την αποχώρησή του προσχεδιασμένη, με σκοπό απώτερο την υστεροφημία του και να χρεώσει την «κακοτυχία» του, στην ιδιαιτερότητα ή την ιδιοτροπία του. (Και για τους εταιριάρχες της δισκογραφίας (τι σύμπτωση !) ο Στέλιος δεν είχε δίκαια αιτήματα, μα ήταν ένας ιδιόρρυθμος ή ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας, που προφασιζόταν διάφορα για να μην εκπληρώσει όρους συμβολαίων.)

Τους πραγματικούς λόγους της φυγής του Στέλιου δεν θα τους μάθουμε ποτέ. Μπορούμε ασφαλώς να τους υποθέσουμε. Ακόμα και αν ήταν ασυνεπής για τον κόσμο της νύχτας και τους εμπόρους της τέχνης, παρέμεινε συνεπής στις επιταγές του κοινωνικού του προφίλ και του κοινωνικού ρόλου τον οποίο οφείλει κάθε καλλιτέχνης να διαδραματίζει. Τήρησε στο ακέραιο το συμβόλαιο που υπέγραψε με τον εαυτό του το βράδυ εκείνο του 1965 και παρά τα εκατομμύρια που του προσφέρθηκαν απλόχερα, εκείνος αρνήθηκε να συμμετέχει στο μικροαστικό πανηγύρι που στήνεται κάθε βράδυ στις πίστες των νυχτερινών κέντρων. Αρνήθηκε να τραγουδά μπροστά σε ένα αδιάφορο και παθητικό κοινό «στο οποίο ο καθένας χορεύει στο δικό του χαβά και κανείς δεν προσέχει τον καλλιτέχνη», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Συνέχισε όμως να δισκογραφεί όχι για να ανεβάσει το νυχτοκάματο του ή να κερδίσει μερικά λεπτά προβολής – δεν το είχε ανάγκη άλλωστε, αλλά για να «ακούσει ο κόσμος τραγούδια». Κλείνοντας, θα κρατήσουμε μόνο μια δήλωση, κατά την περίοδο της διαμάχης του με τον πάλαι ποτέ συνεργάτη του, κουμπάρο του και φίλο του, τον Χρήστο Νικολόπουλο. Θα δηλώσει, λοιπόν, ο Καζαντζίδης στην τηλεόραση του ΑΝΤ1: «Μόνον ο θάνατος θα με γλιτώσει από όλα αυτά. Γιατί με τυρρανάνε 35 ολόκληρα χρόνια. Ανεβαίνω Γολγοθά. Είναι αμαρτία απ’ το Θεό. Δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος στον πλανήτη… Μήπως πίσω από όλα αυτά είναι κάποιοι άλλοι; Με βγάλανε από τα μαγαζιά για να έχει πρόσφορο έδαφος για τα παιδιά που βγαίνουνε».

Τα συμπεράσματα δικά σας…



Δεν υπάρχουν σχόλια: